Το τέλος της καραντίνας βρίσκει πολλές επιχειρήσεις με την αγωνία της επιβίωσης αλλά και πολλούς εργαζόμενους με το άγχος της ανεργίας. Ακόμα και με τη σταδιακή άρση των μέτρων, οι κανόνες που πρέπει να τηρούνται είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσουν καταλυτικά τη λειτουργία και κατά συνέπεια τα έσοδα των καταστημάτων. Πιο ευάλωτες στο πλήγμα που θα επέλθει στην οικονομία είναι οι μικρές επιχειρήσεις και οι αυτοαπασχολούμενοι επαγγελματίες.
Παράλληλα, τα μαγαζιά της γειτονιάς μας είναι μέρος της κοινωνικής μας καθημερινότητας και της ζωής της πόλης μας. Με τους επαγγελματίες και τους εργαζομένους μοιραζόμαστε μια καλημέρα, αλλά και συχνά σκέψεις και αγωνίες. Λίγο καιρό μετά την κορύφωση της οικονομικής κρίσης που οδήγησε σε κλείσιμο πολλά καταστήματα και δημιούργησε εικόνες ερήμωσης σε αρκετούς εμπορικούς δρόμους, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα πρόκληση.
Μπροστά στην αβεβαιότητα που αναδύεται στην καινούρια κατάσταση, η πολιτεία έχει το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την προστασία των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και των εργαζομένων σε αυτές. Η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει ένα συνολικό σχέδιο στήριξής τους, με στοχευμένες πολιτικές, χωρίς να μετακυλίει την ευθύνη στους καταναλωτές ή στους ήδη υποχρηματοδοτούμενους Δήμους.
Η επέκταση των τραπεζοκαθισμάτων στους ελεύθερους δημόσιους χώρους, που προβάλλεται από την κυβέρνηση ως λύση, δημιουργεί προβληματισμό σχετικά με τα δικαιώματα των πολιτών στην λειτουργία του δημόσιου χώρου, αλλά και ιδιαίτερη ανησυχία για τον αποκλεισμό της προσβασιμότητας ατόμων με αναπηρία στην πόλη.
Θέλουμε να εργαζόμαστε και να συνυπάρχουμε με σεβασμό, αξιοπρέπεια και αλληλεγγύη. Να μην χάσει κανένας/καμία εργαζόμενος/η τη δουλειά του/της και να μην κλείσει καμία επιχείρηση. Ταυτόχρονα, θέλουμε να μπορούμε να μοιραζόμαστε τα πεζοδρόμια με τους συνανθρώπους μας που έχουν κινητικά προβλήματα και τους γονείς που έχουν παιδιά σε καρότσια.
Καθένας και καθεμία να αναλάβει την ευθύνη που του/της αναλογεί επιλέγοντας να στηρίξουμε τα μαγαζιά και τους εργαζομένους στη γειτονιά μας!

