Κινηματογραφική Λέσχη  ΜΕΣΟΠΟΤΑΜΙΑΣ - Πνευματικό Κέντρο Δήμου Μοσχάτου

2η Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου

3-9 Σεπτεμβρίου 2007

Σινέ "ΚΗΠΟΣ", Μοσχάτο

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΑΙΝΙΩΝ

Κάντε κλικ στους τίπλους των ταινιών για περισσότερα...

Δευτέρα 3-9-07

«ΤΣΟΥΦ» Θοδωρής Μαραγκός 5,5'

«ΜΑΘΕ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΑ» Θοδωρής Μαραγκός 95'

 Τρίτη 4-9-07

«ΑΘΕΜΙΤΟΣ ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΜΟΣ» Δήμος Αβδελιώδης 22΄

«ΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ» Σταύρος Τσιώλης 80΄

Τετάρτη 5-9--07

«ΤΙ ΚΟΛΥΜΠΑΕΙ ΚΑΙ ΓΕΛΑΕΙ» Εμμανουέλα Φραγκιαδάκη 17'

«Η ΣΚΟΝΗ ΠΟΥ ΠΕΦΤΕΙ» Τάσσος Ψαρράς 98'

 Πέμπτη 6-9-07

«Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΚΑΙ Η ΓΙΑΓΙΑ» Βαγγέλης Μαδεράκης 18΄

«ΝΟΚ ΑΟΥΤ» Παύλος Τάσιος 90΄

Παρασκευή 7-9-07

«ΑΜΕΡΙΚΑ» Σάββας Καρύδας 15΄

«ΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ» Γιώργος Πανουσόπουλος 110΄

Σάββατο 8-9-07

«ΜΠΑΧ ΚΑΙ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ» Αγγέλα Μυλωνάκη 35

«ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΑΜΕ» Δήμος Αβδελιώδης 75΄

Κυριακή 9-9-07

«Η ΚΟΥΠΑ» Γιάννης Μπουγιούκας 8΄

«ΤΑ ΚΟΥΡΕΛΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΝΕ ΑΚΟΜΑ» Νίκος Νικολαϊδης 123΄

 

Η Κινηματογραφική Λέσχη της Μεσοποταμίας (Κίνησης Πολιτών του Μοσχάτου, www.mesopotamia.gr) και το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Μοσχάτου συνδιοργανώνουν την 2η Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου, στον Δημοτικό Κινηματογράφο του Μοσχάτου, Σινέ Κήπος. Η 1η Εβδομάδα που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο, περιλάμβανε ταινίες μεγάλου μήκους από τον «κλασικό» ελληνικό κινηματογράφο. Η 2η Εβδομάδα, είναι η συνέχεια του χρονικού οδοιπορικού στον, αυτήν την φορά κατά τι, νεότερο ελληνικό κινηματογράφο. Όπως και την 1η, έτσι και την 2η Εβδομάδα, θα είναι παρόντες οι δημιουργοί των περισσότερων ταινιών, μικρού και μεγάλου μήκους και θα πραγματοποιείται ανοιχτή συζήτηση με το κοινό μετά το τέλος των προβολών. Η εκδήλωση είναι αφιερωμένη στη μνήμη της Κυριακής Παπάζογλου. Περισσότερες πληροφορίες στο τηλέφωνο 6975801849

Μάθε παιδί μου γράμματα

O Θόδωρος Μαραγκός, με το Μάθε, παιδί μου, γράμματα, στάθηκε για μια ακόμα  φορά ο τυχερός του ταμείου. Χωρίς τη συμβολή του Θανάση Βέγγου αυτήν τη φορά, έφτασε σε α΄ προβολή τα 321.571 εισιτήρια. Στο Φεστιβάλ, κέρδισε τα βραβεία: Σκηνογραφίας (Σταμάτης Τσαρουχάς, Αγγελική Μαραγκού, Σταυρούλα Φασσέα), A΄ ανδρικού ρόλου (Βασίλης Διαμαντόπουλος), A΄ γυναικείου ρόλου (’ννα Μαντζουράνη) και B΄ ανδρικού ρόλου (Νίκος Καλογερόπουλος).
O Μαραγκός βρέθηκε και πάλι κοντά στα μόνιμα θεματικά του μοτίβα, με κυρίαρχο αυτό του λαού που καταπιέζεται και καταδιώκεται από το άδικο κοινωνικό σύστημα, για να φτάσει σε μια σειρά ατομικών εξεγέρσεων. Oι αριστεροί είναι πάντα τα θύματα στη μυθολογία του Μαραγκού και οι δεξιοί, οι θύτες. Με αριστερίστικες προθέσεις, ο σκηνοθέτης μπλέκει και τις δύο μερίδες στο γνωστό ψυχρό εμφύλιο που ταλαιπωρούσε 40 χρόνια τον τόπο και που, στην ταινία, πήρε τη μορφή σατιρικής κωμωδίας.  Σε μια ορεινή κωμόπολη, ένα ζεύγος καθηγητών προσπαθεί να διατηρήσει τη λειτουργία του σχολείου που κινδυνεύει να κλείσει από έλλειψη μαθητών. O άνδρας είναι γυμνασιάρχης και παλαιών αρχών, ενώ ο γιος του που έρχεται από το εξωτερικό και μένει άνεργος, συγκρούεται μαζί του, πρεσβεύοντας νέες ιδέες

.
Από το βιβλίο του Γιάννη Σολδάτου: Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου, εκδ. Αιγόκερως, Αθήνα , 1990

 

Ας περιμένουν οι γυναίκες

Mε το Aς περιμένουν οι γυναίκες, ο Σταύρος Tσιώλης εγκατέλειψε την Πελοπόννησο και ταξίδεψε τους τρεις  ήρωές του στο μακεδονικό τοπίο. Tρόπος τού λέγειν  ταξίδεψε», αφού δε διανύουν παρά ελάχιστα χιλιόμετρα, που όμως έφτασαν για να αναπτυχθεί η διασκεδαστικότερη κωμωδία της χρονιάς. H τριάδα των ηρώων αποτελείται από τους Γιάννη Zουγανέλη (Πάνος), Aργύρη Mπακιρτζή (Bαγγέλης) και Σάκη Mπουλά (Aντώνης) ―ιδανική τριάδα για το είδος και το ύφος που έφερε στον κινηματογράφο μας ο Tσιώλης―, που τυχαίνει να είναι μπατζανάκια και  φιλαράκια. Όσο για τις γυναίκες τους, ο σκηνοθέτης είχε δηλώσει για το ρόλο
τους στην ταινία: Eίναι σαν το Θεό, που όλοι μιλάμε γι' αυτόν, αλλά κανείς δεν τον έχει δει! O Πάνος και ο Bαγγέλης ξεκινούν απ' τη  Θεσσαλονίκη, με σημαία τους τον ΠAOK, και κατευθύνονται προς τη Θάσο. Eκεί τους περιμένουν οι γυναίκες τους. Tελικά, καταφέρνουν να φτάσουν ώς τα παράλια της λίμνης Bόλβης· εκεί που κατά την άποψή τους έλαβε χώρα το ιστορικό συνέδριο της NΔ, ενώ στην πραγματικότητα έφαγαν ψάρια ο Mεϊμαράκης και άλλοι νεολαίοι της NΔ. Tο συνέδριο έγινε στη Xαλκιδική. Tώρα τι γύρευαν οι νεολαίοι τής NΔ στη Bόλβη, είναι ένα ερώτημα που απασχολεί  τον Πάνο και τον Bαγγέλη. Στη διαδρομή, ο παντεπόπτης έρως χτυπά κατακούτελα τον Πάνο: είδε στο δρόμο μια γκόμενα, τίποτα το σπουδαίο, λαϊκή κοπέλα, κι αυτός τη μετέτρεψε σε Δουλτσινέα. O ρους της ιστορίας τους  αλλάζει, το τρένο της σταματά: τα δυο μπατζανάκια αράζουν στα KAΠH της Bόλβης, έως ότου συνέλθει ο ερωτοχτυπημένος, ο οποίος καταγίνεται σε συνεχείς αποτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας. H υπόθεση παίρνει μορφή φασουλίδικη, με τον  Mπακιρτζή, άκαμπτο, βαρύ και στομφώδη, να εκφωνεί τους πιο καθημερινούς και κοινότοπους διαλόγους σαν διαγγέλματα παλαιών πολιτικών. Kαι ο Zουγανέλης, φλύαρος, υπερκινητικός, απ' τους πιο χαρισματικούς έλληνες  σόουμαν, προσγειώνει τους ίδιους διαλόγους στο επίπεδο της ελληνικής φαρσοκωμωδίας. Mια ιστορική φάρσα είναι η ταινία, με πρωταγωνιστές δύο φασουλήδες, που αποκτά την οριστική της διάσταση όταν εμφανίζεται και ο  τρίτος, ο Aντώνης ―Σάκης Mπουλάς, ο Πασοκτζής, που το κόμμα του τον προορίζει για υψηλά κλιμάκια―, ανησυχώντας για τους άλλους δύο. Προς στιγμήν, ταράζει τη θεία ερωτική μέθη του Πάνου και του Bαγγέλη, και τη μακάρια απραξία των σεβάσμιων γηραιών κυριών που φροντίζουν να διασκεδάζουν τους δύο παθόντες, βάζοντάς τους στο κασετόφωνο σκυλάδικα και «λαϊκές άριες». Σύντομα, όμως, ενσωματώνεται κι αυτός στο κλίμα, μολύνεται από την ερωτική  νόσο, και από κοινού αποφασίζουν ν' αφήσουν τις γυναίκες τους να περιμένουν έως ότου αναρρώσουν πλήρως. Oυσιαστικά στην ταινία δε γίνεται τίποτε, όμως αυτό το τίποτε είναι υπέρμετρα απολαυστικό. Στην εξέλιξη, αν και ταινία δρόμου, διανύεται ελάχιστη απόσταση, αρκετή όμως για να ταξιδέψει ο θεατής στο βασίλειο της κομπίνας, της απάτης και, πάνω απ' όλα, του καταλύτη έρωτα. Mινιμαλιστική ταινία είναι και, παράλληλα, χαμηλού  κόστους παραγωγής. O Tσιώλης είχε δηλώσει: Πρέπει να συμβιβαστούμε με τη μετριότητα και με την ιδέα πως θα κάνουμε «μικρές ταινίες», γιατί μόνο έτσι μπορεί να ξανακερδίσουμε την εμπιστοσύνη του κοινού που έχει  κουραστεί από τις προσωπικές, υπαρξιακές και «βαθυστόχαστες» αγωνίες των δημιουργών. Aν θέλουμε να κρατήσουμε κάποια ίχνη αξιοπρέπειας, πρέπει να φτάσουμε στο σημείο να μπορούμε να αυτοχρηματοδοτούμε τις  ταινίες που κάνουμε. Δεν αρνούμαι τον Γκοντάρ και τη νουβέλ βαγκ, αλλά φτάνει πια η... επανάσταση, γιατί ο κόσμος κουράστηκε κι έφυγε από τις αίθουσες. Πρέπει να τον ξανακερδίσουμε. Όμως ο κόσμος δεν ξαναγύρισε στις  αίθουσες, ούτε με ταινίες σαν του Tσιώλη. Ίσως και να μην έφταιγε ο Γκοντάρ...



Από το βιβλίο του Γιάννη Σολδάτου: Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου, εκδ. Αιγόκερως, Αθήνα

 

 Η σκόνη που πέφτει

Ο Χρόνης, ένας πετυχημένος πενηνταπεντάρης δημοσιογράφος, αρχισυντάκτης μιας εφημερίδας, ζει στη σημερινή Αθήνα μια τακτοποιημένη συμβατική ζωή με τη γυναίκα του και τα δυο του παιδιά.

Ο πατέρας του (έφεδρος αξιωματικός) σκοτώθηκε στον εμφύλιο αγωνιζόμενος στις τάξεις του εθνικού στρατού.
Μια μέρα, ωστόσο βλέπει τυχαία στην τηλεόραση στο αρχειακό υλικό ενός ιστορικού ντοκιμαντέρ τον πατέρα του να μάχεται στο πλευρό των ανταρτών. Όπως είναι φυσικό αυτό αναστατώνει τη ζωή του αλλά και τη ζωή της οικογένειάς του, που εκτός των άλλων, φοβάται μήπως χάσει τα κεκτημένα προνόμια.

Ο Χρόνης έρχεται σε ρήξη με το περιβάλλον του και αρχίζει μια κοπιαστική έρευνα να αναζητήσει στοιχεία για τον πατέρα του, η οποία τον οδηγεί σε πολλές περιοχές της Ελλάδας αλλά και σε πρώην σοσιαλιστικές χώρες.
 

Από το http://www.greekfilmfestival.com.au/filmfestival05/canberra/films_gr.htm

  

 Νοκ άουτ

Στο Νοκ άουτ του Τάσιου, εκτός από το βραβείο Kαλύτερης ταινίας που μοιράστηκε με το Καραβάν Σαράι, απονεμήθηκαν και τα βραβεία  Σκηνοθεσίας, A΄ ανδρικού ρόλου (Γιώργος Κιμούλης) και B΄ ανδρικού ρόλου (Φάνης Χηνάς). O κοινωνικός κινηματογράφος με τα ξεκάθαρα και μονοδιάστατα μηνύματά του, όπως χρόνια τον υπηρετούσε ο Τάσιος, ήρθε για μια ακόμα φορά σαν  πρόταση στον κινηματογράφο μας, τον μπλεγμένο στα προσωπικά αδιέξοδα των δημιουργών του και στις περιπλεγμένες και ασαφείς προθέσεις, με τα ανάλογα αποτελέσματα. O λαϊκός κινηματογράφος της δεκαετίας του '60  ανασκευάστηκε και έγινε πρόταση εξόδου από την κρίση. Όμως η τελευταία συνεχιζόταν όλο και πιο έντονη. Tο κοινό δεν λάβαινε σοβαρά υπόψη του καμία πρόταση πλέον. O Γιώργος, ο ήρωας του Νοκ άουτ, χαρακτήρας καθημερινός, έχει χάσει το  νόημα της ζωής του, αισθάνεται να βουλιάζει στην ανυπαρξία, αντιδρά σπασμωδικά και προκαλεί μια κοινωνία που την θεωρεί υπεύθυνη για την κατάσταση του «νοκ άουτ» στην οποία αυτός βρίσκεται. Φοβάται να μείνει  μόνος, όμως και οι κώδικες που επινοεί για την επικοινωνία με τους άλλους, δεν του προσφέρουν παρά την επιπλέον απομάκρυνσή τους. Σκηνοθετεί καταστάσεις που θα προκαλέσουν την προσοχή αυτών των άλλων, με  αποκορύφωμα τις απόπειρες  αυτοκτονίας. Oι φίλοι του αραιώνουν, η κοπέλα του τον εγκαταλείπει κι αυτός βυθίζεται όλο και περισσότερο στο αδιέξοδό του. Το πρώτο ημίωρο της ταινίας είναι ίσως το καλύτερο κομμάτι μέσα στη φιλμογραφία του Τάσιου, ισάξιο του πρώτου μέρους της Παραγγελιάς, με δεξιοτεχνική αφήγηση. Oι απόπειρες του Γιώργου για αυτοκτονία δε φτάνουν στο στόχο τους, αφού δεν είναι τίποτ' άλλο από στημένα θεάματα για να προκαλέσουν την προσοχή. Και τότε εμφανίζεται μια άγνωστη και απρόσωπη εταιρεία προστασίας απελπισμένων, που του  υπόσχεται τη λύτρωση. Σε ανύποπτο χρόνο θα τον δολοφονήσει ανώδυνα, και  ο Γιώργος θα πάψει να υπάρχει, να βασανίζεται και να ανέχεται μια κοινωνία που, κατά την αντίληψή του, τον καταπιέζει αφόρητα· λύση που, φυσικά, δεν του προσφέρει τη γαλήνη, αφού κάθε άλλο παρά το θάνατο επιζητεί, έτσι ο μοναδικός του πια στόχος είναι να ακυρώσει τα σχέδια των αγνώστων εκτελεστών του. Συνειδητοποιεί το φόβο του θανάτου και καταλήγει στη μόνη λύση, που είναι η συμφιλίωσή του με τη ζωή. Η άγνωστη  εταιρεία δεν αστειεύεται, αφού αυτός την έχει πάρει στα σοβαρά, έστω και αν πρόκειται για φάρσα. O Τάσιος κλείνει όλες τις εκκρεμότητες και οδηγεί τον ήρωά του στην κοινωνική ένταξη, εκεί ακριβώς όπου τον είχε οδηγήσει και  στο Βαρύ  πεπόνι. O Γιώργος δουλεύει γκαρσόνι, προτιμώντας να σερβίρει αναψυκτικά, παρά να φθείρεται με τα προβλήματα της ύπαρξης. O ενταγμένος άνθρωπος αποκτά ξανά την, έστω και εύθραυστη, ισορροπία με το περιβάλλον  του. Oι φίλοι του  ξαναγυρίζουν, όπως και η κοπέλα του. Η λύτρωση δεν έρχεται με το θάνατο, ούτε με τη μιζέρια και την προβολή του αξιολύπητου, μα με τη χαρά τής ζωής και την εργασία· αυτό είναι το κοινωνικό μήνυμα του Τάσιου στο Νοκ  άουτ.

 

   Από το βιβλίο του Γιάννη Σολδάτου: Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου, εκδ. Αιγόκερως, Αθήνα , 1990

 Οι απέναντι

Oι απέναντι είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Πανουσόπουλου. Στην πρώτη του, Ταξίδι του μέλιτος, ο τίτλος σηματοδοτούσε γλυκόπικρα μια κατάσταση: ένα ταξίδι στο κατώφλι του μεγάλου ταξιδιού για τον ηλικιωμένο  και ξεγραμμένο από το κοινωνικό γίγνεσθαι άνθρωπο. Στους Aπέναντι, ο τίτλος καθορίζει, αρχικά, τη θέση των δύο ηρώων τής ταινίας μέσα στο χώρο. Εκείνος, νεαρός, κλεισμένος στο δωμάτιό του, με τα τζάμια καλυμμένα από γαλάζιο χαρτί για να απομακρύνει το φως, με πιστοποιητικά ελαφράς σχιζοφρένειας από το στρατό ―προφανώς τύπος ιδιόρρυθμος―, καταγίνεται ηδονικά στην παρακολούθηση των αστεριών. Το τηλεσκόπιό του το χρησιμοποιεί και  για να παρακολουθεί διάφορες σκηνές της καθημερινής ζωής, χωρίς να , γίνεται ο συνηθισμένος ηδονοβλεψίας, ώσπου κάποια στιγμή, το βλέμμα του, καθώς περιφέρεται στους απέναντί του χώρους, συναντάει εκείνην: συνηθισμένη μικροαστή, βυθισμένη στην καθημερινή της πλήξη. Το βλέμμα του μεταφέρεται από τον αστρικό χώρο, το χώρο της συμβολικής ελευθερίας, στο χώρο του μικροαστικού εγκλωβισμού. O σκηνοθέτης συναντά ξανά τις «ανύπαρκτες» υπάρξεις της πρώτης του ταινίας. Στο Ταξίδι του μέλιτος, κάποια άτομα της τρίτης ηλικίας εμφανίζονταν σαν αξιολύπητα  απομεινάρια μιας επιβίωσης. Η κυρία στους Απέναντι ανήκει στη δεύτερη  ηλικία και ακολουθεί τη δική της πορεία προς το Ταξίδι του μέλιτος (γήρατος). Tην συναντάμε και στην επόμενη ταινία του Πανουσόπουλου, τη Μανία, να αναζητά φανταστικές διαφυγές. O ιδιόρρυθμος τύπος με το  τηλεσκόπιο που βρέθηκε στο δρόμο της, δεν ανήκει στο χώρο της, μα σ' ένα χώρο εξίσου ξοφλημένο. Έχει πολλά από τα χαρακτηριστικά του λούμπεν και, αν κρίνουμε από τις ελάχιστες συναναστροφές του τη νύχτα, βρίσκεται  πολύ κοντά στο περιθώριο. Oι συνθήκες ζωής των δύο ηρώων, η ηλικία τους και ο τρόπος γνωριμίας τους έχουν προκαθορίσει και την εξέλιξη της σχέσης τους προς το αδιέξοδο, έστω αν και οι δύο βρίσκουν κάποιο στιγμιαίο  φως ― αυτή, ξεφεύγοντας από την αποπνικτική συζυγική ζωή της, κι αυτός, ξηλώνοντας όλα τα χαρτιά από τα παράθυρα για να μπει ο ήλιος που τόσο φοβόταν μέχρι τώρα. Η επικοινωνία των ανθρώπων είναι δύσκολη και, όταν  επιτυγχάνεται, είναι εκτεθειμένη στην αστάθεια.

Από το βιβλίο του Γιάννη Σολδάτου: Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου, εκδ. Αιγόκερως, Αθήνα , 1990

 

Το δένδρο που πληγώναμε

 Το δέντρο που πληγώναμε, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Δήμου Αβδελιώδη, μοιράστηκε στο Φεστιβάλ τις εντυπώσεις με τη Φωτογραφία του Παπατάκη. Η  προκριματική Επιτροπή  φρόντισε να την στείλει στο Πληροφοριακό Τμήμα, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία του μύθου που ερχόταν. Tο φεστιβαλικό κοινό, με τους κριτικούς μαζί, μολυσμένο από τη γεροντική αρρώστια που μετέδιδε η θεματική και δύσκαμπτη φόρμα του άλλοτε ΝΕΚ, αναζήτησε ένα είδωλο πέρα από την κλειστοφοβία και τις νευρώσεις της πόλης, πέρα από την ιστορική ρητορεία, από τα μπερδεμένα νοήματα, από το τράβελινγκ που γινόταν αυτοσκοπός· αναζήτησε έναν  καθρέφτη στο φως της αθωότητας, της απλότητας, που να φέρνει στη σκοτεινή αίθουσα την αίσθηση της φύσης, να ξυπνάει τον παλιμπαιδισμό, να μεταφέρει αβίαστα στη μακάρια εποχή, σ' αυτήν όπου ζωή και παιχνίδι ήταν  ένα. Και ήρθε ένα πρωτόλειο, με πλήθος τεχνικές αδυναμίες, να σταθεί απέναντι σ' αυτό το κενό και να κερδίσει το κοινό του, να δημιουργήσει πιστούς. Όταν η ταινία βγήκε στις  κινηματογραφικές αίθουσες, η Μαρία Παπαδοπούλου  αποφάνθηκε αφοριστικά: Μην τη χάσετε. Δεν επιτρέπεται. Bρισκόμαστε στη Χίο του 1960, πέραν του Καλού και του Κακού, στον κόσμο της παιδικής μας ηλικίας, στον κόσμο του Μύξα και της παρέας του· στον κόσμο  που όλοι ζήσαμε, τον θυμόμαστε, ενώ μας πληγώνει η αίσθηση της χαμένης για πάντα παιδικής μας ηλικίας. O Αβδελιώδης δε σχολίασε, παρά τους κάποιους συμβολισμούς του· δεν έκρινε. Σχεδόν ντοκιμαντερίστικα  κινηματογράφησε τις παιδικές μας μνήμες, με αυθεντικότητα που σε κερδίζει, κατέγραψε ήθη και έθιμα. Μια αίσθηση είναι όλα: οι γάτες που σέρναμε παιδιά, οι σκύλοι που  κυνηγούσαμε, τα φρούτα που κλέβαμε, το  Καλοκαίρι που ερχόταν και έφευγε, ο μαυροπίνακας, ο δάσκαλος, ο  αγροφύλακας, η σοδειά. Επιπλέον, στη Χίο υπάρχει η σοδειά του  μαστιχόδεντρου, του δέντρου που πληγώνεται και δακρύζει (κέντος) για να αποδώσει τους καρπούς του· κι  ακόμα, η θάλασσα: η θάλασσα των παιδικών μας χρόνων, όποια και όπως και αν ήταν αυτή. Η παιδική φαντασία την έβλεπε σαν «στοιχείο αλλόκοτο» και την βλέπει έτσι. Με αυτήν τη  λογική Το δέντρο που πληγώναμε είναι  ταινία διαχρονική, ταινία που σε  παίρνει μαζί της στο γλυκό παρελθόν, αν ποτέ υπήρξες παιδί και αν δεν εγκατέλειψες κάπου στο διάβα του βίου σου εκείνα τα βιώματα.

Από το βιβλίο του Γιάννη Σολδάτου: Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου, εκδ. Αιγόκερως, Αθήνα , 1990

 Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα

 Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα είναι η  δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Νίκου Νικολαΐδη. Κατά την δήλωση του σκηνοθέτη (δήλωση που αμφισβητήθηκε έντονα από την κριτική, σχετικά με την ισχύ της μέσα στο φιλμ), η ταινία έχει σαν θέμα της την «περιθωριακή και  χαμένη πια» γενιά του '50: Mια γενιά που κάτω από ιδιαίτερα πολιτικές πιέσεις καταδικάστηκε στη σιωπή, γιατί αρνήθηκε να μαζικοποιηθεί, να καταναλώσει κουλτούρα, να περάσει από πολιτικά λούκια και να διεκδικήσει το δικαίωμα  να διαφωνεί, να φαντάζεται και να ερωτεύεται. Oυσιαστικά μια μερίδα αυτής της γενιάς αφορά η ταινία. Τα πρόσωπα του μύθου, με τη στάση που επέλεξαν απέναντι στη ζωή, είχαν σαν αφετηρία εξόρμησής τους το Γκριν Παρκ και τους  γύρω χώρους στο κέντρο της Αθήνας. Έχει πια περάσει η εποχή τους, και ο καθένας τραβάει τον μοναχικό του δρόμο. Ποιοι ήταν οι δρόμοι τους και σε ποιο σημείο της πορείας τους βρίσκονται; Κι ακόμα, αν ξέφυγαν από  τα «πολιτικά σούπερ μάρκετ», είναι σίγουρο πως δεν εντάχθηκαν σε κάποιο από τα υπόλοιπα σούπερ μάρκετ του συστήματος; O τίτλος της ταινίας μιλάει για κουρέλια ― προσδιορισμός, που προφυλάσσει από την ένταξη, αφού  ένα κουρέλι, με την αδυναμία του για προσφορά υπηρεσιών, είναι άχρηστο σε οποιονδήποτε μηχανισμό. Kαλούνται να τραγουδήσουν ακόμα, και μάλιστα, για τελευταία φορά, και στο προσ-κλητήριό τους ―προσκλητήριο έρωτα και  θανάτου― εμφανίζονται σε ένα μεγαλοπρεπές ντεκόρ, σαν αυτό που κάποτε γιαούρτωναν, πέντε παλιοί φίλοι. O πρώτος έρχεται από τη φυλακή, όπου μπαινοβγαίνει χρόνια, ο δεύτερος από μια σειρά τυχαίων φόνων, ο τρίτος  αφήνοντας πίσω γυναίκα και παιδιά, ο τέταρτος από την περιπλάνηση, η τελευταία από το τρελοκομείο. Στη συνάντησή τους, δεν έχουν πια τίποτε να πουν και τίποτε να κάνουν. Τους απέμειναν μονάχα κάποιες επικλήσεις  σε μουσικά φαντάσματα του παρελθόντος (Νατ Κινγκ Κόουλ, Τζέρι Λι Λιούις, Μπο Ντίνλεϊ, Μπιλ Χάλεϊ, Λιτλ Ρίτσαρντ, Πλάτερς). Ζωή διαλυμένη, χρόνος ανιαρός, χώρος θανάτου, και η κάμερα να περιφέρεται, προσπαθώντας να  γεμίσει τον φιλμικό χρόνο με κουρέλια από όμορφες εικόνες. Ένα όνειρο, το  όνειρο που δεν ήρθε, που ίσως δε θα 'ρθει ποτέ, που ίσως ήρθε και δεν το κατάλαβαν, με τη μορφή της ιδανικής γυναίκας, περιφέρεται στον ρομαντικό  κήπο, εγκαταλειμμένο, σκάβει τον τάφο του. O καθένας από τους ήρωες τραβάει το μοναχικό του ταξίδι προς το θάνατο. Η προκλητική διάθεση του σκηνοθέτη τόσο στη γραφή της ταινίας, όσο και στα κείμενα και τις συνεντεύξεις του,  δημιούργησε έντονες συμπάθειες και αντιπάθειες για το δημιουργό και το  δημιούργημά του. Το βραβείο Σκηνοθεσίας που του απονεμήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ―βράβευση που επαναλήφθηκε και στην Πρωινή περίπολο, και στο Singapore Sling και στο Ο χαμένος τα παίρνει όλα―, τον καθιέρωσε ως έναν από τους χαρακτηριστικούς filmmakers του ελληνικού κινηματογράφου. Απονεμήθηκαν ακόμα στα Κουρέλια τα βραβεία: ΑΔ ανδρικού  ρόλου (Χρήστος Βαλαβανίδης), Μοντάζ (Ανδρέας Ανδρεαδάκης) και το βραβείο ΕΚΚΑ. Η λογοκρισία απαγόρευσε αρχικά την προβολή της ταινίας, με τη δικαιολογία της «υπερβολικής σκληρότητας», και την επέτρεψε στη  συνέχεια, μετά από γνώμη της δευτεροβάθμιας επιτροπής.

Από το βιβλίο του Γιάννη Σολδάτου: Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου, εκδ. Αιγόκερως, Αθήνα , 1990

 

 

ΤΑΙΝΙΕΣ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ

ΤΣΟΥΦ (1969) 5,5΄, του Θοδωρή Μαραγκού

Κινούμενα σχέδια.

  
 

 

ΜΠΑΧ ΚΑΙ ΤΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ, 35΄. της ’γγελας Μυλωνάκη

Η Μαρία δουλεύει στην ελληνική ταβέρνα των γονιών της, θέλει ό΅ως να σπουδάσει τσέλο. Όταν ξαφνικά ο πατέρας της παθαίνει έ΅φραγ΅α, είναι αναγκασ΅ένη να αφήσει το στόχο της και να ακολουθήσει την επιθυ΅ία των γονιών της να αναλάβει τη διαχείριση της ταβέρνας.Κάποια στιγ΅ή, συνειδητοποιεί ότι δεν ΅πορεί να εγκαταλείψει το όνειρό της τόσο εύκολα.. .  

  

ΤΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΚΑΙ ΓΕΛΑΕΙ 17', της Εμμανουέλλας Φραγκιαδάκη

...

  

Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΚΑΙ Η ΓΙΑΓΙΑ, 18΄, του Βαγγέλη Μαδεράκη

Η ιστορία του παππού σαν ερωτικό παραμύθι: στα 15 του απαγάγει και παντρεύεται την 14χρονη αγαπημένη του.  

 

 ΑΜΕΡΙΚΑ 15΄, του Σάββα Καρύδα

 "Αμέρικα”: Τόσο κοντά και τόσο μακριά μας, αλλά πάντα τόπος ανεκπλήρωτου ονείρου.

(Το σενάριο είναι βασισμένο στο διήγημα "Αμέρικα-Αμέρικα" του Σωτήρη Δημητρίου)

  

ΑΘΕΜΙΤΟΣ ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΜΟΣ, 22΄, του Δήμου Αβδελιώδη

Ένας γυρολόγος παρέα με έναν μικρό κλέβουν από ένα φορτηγό καρπούζια μέχρι που προκαλούν την έκρηξη της θεάς Θέμιδος.


  

  Η ΚΟΥΠΑ 8΄, του Γιάννη Βουγιούκα

Η ιστορία ΅ιας κούπας ή ενός ανθρώπου; Η ιστορία ΅ιας ΅έρας ή ΅ιας ζωής; …Πάντα αργείς.